12 Σεπτεμβρίου 1980
Η σύγχρονη πολιτική ιστορία της Τουρκίας διαμορφώθηκε ουσιαστικά, με την χούντα της 12ης Σεπτεμβρίου του 1980.
Με το κλείσιμο της βουλής διακόπηκε το κοινοβουλευτικό κουκλοθέατρο, που εκπροσωπούσε μόνο τα εξής κοινωνικά στρώματα: τη στρατιωτικό-γραφειοκρατική ελίτ, τους αγάδες και εργολάβους και μερικές οικογένειες που κρατούσαν στα χέρια τους τις φάμπρικες.
Βασικός στόχος όμως της χούντας, ήταν να χτυπήσει το κίνημα του δρόμου το οποίο ήταν οπλισμένο και είχε ακυρώσει την κεντρική εξουσία.
Η ανακοίνωση της χούντας φανέρωνε και τον βασικό σκοπό της: να τελειώσει η αναρχία.
Απαγόρευσαν τις απεργίες.
Εξασθένισε η εσωτερική αγορά και η χώρα πέρασε στην οικονομική πολιτική που βασίζεται στη δανειοδότηση από το εξωτερικό.
Μιας και η Τουρκία, ήταν από τις λίγες χώρες που μπορούσαν να ελέγχουν οι ΗΠΑ, έγινε ένα από τα πρώτα πειραματόζωα του νεοφιλελευθερισμού.
49 άτομα κρεμάστηκαν.
98.000 άτομα δικάστηκαν λόγω του ότι ήταν μέλη παράνομων οργανώσεων και απ’ αυτούς 50.000 μπήκαν στις φυλακές.
650.000 άτομα συνελήφθησαν και φακελώθηκαν.
171 άτομα σκοτώθηκαν με βασανιστήρια.
Ο αρχιπράκτορας της CIA εκείνης της εποχής, (Graham Fuller) έλεγε για τους χουντικούς: «είναι δικά μας παιδιά».
15 Αυγούστου 1984
Η πρώτη σφαίρα στο Κουρδιστάν. Οι αντάρτες του PKK (Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν) επιτέθηκαν στις στρατιωτικές μονάδες της Ερούχ και της Σεμντίνλι, κι έτσι ξεκίνησαν τον πόλεμο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Αλλά μπορεί να μην είναι σωστό να την ονομάσουμε πρώτη σφαίρα.
Γιατί αυτή, ήταν η 29η κουρδική εξέγερση μέσα στη διάρκεια του αιώνα.
Η συμμαχία του Ισμέτ Ινονού με τους ηγέτες των κουρδικών φυλών που βασίστηκε στην υπόσχεση της αυτονομίας, και που ξεκίνησε λίγο πριν από την συμφωνία της Λοζάνης και αποτυπώθηκε στα έγγραφα της πρώτης βουλής του 1920, θα χαλάσει το 1925 βάζοντας στην ουσία τα πράγματα στη θέση τους.
Ο έκτακτος νόμος Τακριρ-ι Σιουκουν δεν είχε μοναδικό στόχο την εξέγερση του Σεΐχ Σαίτ.
Η απαγόρευση των απεργιών αποτέλεσε ένα κομμάτι του έκτακτου αυτού νόμου.
Τα χρόνια που πέρασαν, έδειξαν στους Κούρδους ότι η «δημοκρατία» θα είναι μια ιστορία εξεγέρσεων και εκτελέσεων, ενώ ήδη είχαν καταλάβει ότι η αυτονομία ήταν ένα ψέμα.
Στην Εξέγερση του Ντέρσιμ το 1938, ο Ατατούρκ ο ίδιος πήγε με το αεροπλάνο του στη περιοχή μετά την καταστολή, για να επιβλέψει την κατάσταση.
Με τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» (δικαστήρια που είχαν ιδρυθεί από το 1920 για τους λιποτάκτες και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στις εξεγέρσεις) εκτελέστηκαν δεκάδες χιλιάδες εξεγερμένοι Κούρδοι.
Αντί η 87χρονη δημοκρατία να αναγνωρίσει τα απλά εθνικά δικαιώματα των Κούρδων, επέλεξε να γίνει ο χασάπης τους.
Παρόλα αυτά, η κεμαλιστική πολιτική για την αφομοίωση των Κούρδων δεν κατάφερε τελικά να τους αφομοιώσει.
Το Κουρδιστάν που είναι ουσιαστικά μια αποικιοκρατία και δεν αναφέρεται καν στην Συμφωνία της Λοζάνης, κάνει γνωστή την ύπαρξη του το 1984 σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το τούρκικο κράτος εξακολουθεί την τακτική που ξέρει.
Με τον συγκεκριμένο πόλεμο, 30 χιλιάδες άτομα έχασαν τις ζωές τους.
Επιπλέον το τούρκικο κράτος με την θηριωδία του στο Κουρδιστάν, πολέμησε όλο το λαό όπως ακριβώς είχε γίνει και στο Βιετνάμ.
Το Κουρδιστάν δεν αποτελεί το μοναδικό μέτωπο του τούρκικου κράτους.
Για να καταλάβουμε αυτήν την τακτική (τον πόλεμο δηλαδή ενάντια στον ίδιο του το λαό) πρέπει να παρατηρήσουμε και την Οθωμανική Αυτοκρατορία
Διότι οι ρίζες των σημερινών πολιτικών δυνάμεων βρίσκονται εκεί.
Το 1909 εξορίστηκε από το παλάτι Ο Σουλτάνος Αμπντουλχαμίτ, που είχε στην επιρροή του την θρησκευτική ελίτ των ουλεμάδων. Εξορίστηκε με πραξικόπημα της στρατιωτικής ελίτ, που είχε αρχηγό τον Μαχμούτ Σεβκέτ Πασά.
Η ίδια ελίτ ίδρυσε την δημοκρατία το 1923.
Το μονοκομματικό σύστημα του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος του Κεμάλ, συνέχισε μέχρι που το 1946 εμφανίστηκε το Δημοκρατικό Κόμμα.
Υπάρχουν ισχυρισμοί, ότι το μοναδικό δημοκρατικό σύνταγμα της χώρας ξεκινά με την χούντα του 1960, που απομάκρυνε το Δημοκρατικό Κόμμα από την κυβέρνηση και κρέμασε τον Πρωθυπουργό.
Και μάλιστα οι επόμενες χούντες (1971-1980) έλεγαν ότι τόση δημοκρατία ήταν πολύ για την χώρα.
Αριστερά
Και όμως πράγματι, στις εκλογές του 1965 πρώτη φορά ένα αριστερό κόμμα (Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας) εμφανίζεται στην βουλή με 15 έδρες.
Αυτό το κύμα της αριστεράς ενδυναμώθηκε ακόμα πιο πολύ με το κίνημα της νεολαίας του ‘68 και όταν συναντήθηκε με τη την χούντα του 1971 φύτρωσαν οι πρώτες ομάδες αντάρτικου μέσα του.
Το Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα Μέτωπο ήταν ένα κίνημα ανταρτών πόλεως και είχε δυνατή επιρροή από την θεωρία του Τσε Γκεβάρα.
Το TKP-ML ( Απελευθερωτικός Στρατός Εργατών και Αγροτών) βασίστηκε ορθόδοξα στην θεωρία του Μάο και κατευθύνθηκε στο αντάρτικο στα βουνά.
Και το THKO (Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) εκείνη την περίοδο, διοργάνωσε αντάρτικες δράσεις στα βουνά και στις πόλεις, ενώ αργότερα τάχθηκε στην γραμμή του Ενβέρ Χότζα.
Αυτές οι 3 οργανώσεις αφανιστήκαν μέσα σε 2 χρόνια, καθώς τα μέλη τους φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν και τα ηγετικά τους στελέχη κρεμάστηκαν και εκτελέστηκαν.
Και αμέσως μετά, οι νεκροί έγιναν μύθος και οι οργανώσεις εξαπλώθηκαν παντού.
Είχαν συγκροτηθεί δεκάδες ένοπλες ομάδες που είχαν τα ριζώματά τους σ’ αυτές τις 3 και είχαν βρει δυνατή υποστήριξη από τα φτωχά κοινωνικά στρώματα.
Την πρωτομαγιά του 1977 μαζεύτηκαν 500.000 άτομα στην Πλατεία Ταξίμ. Οι «γνωστοί-άγνωστοι» του κράτους άνοιξαν πυρ από τα γύρω κτίρια και σκότωσαν 33 άτομα.
Ο αντιφασιστικός αγώνας είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε διασχίζοντας την κάθε γειτονιά δημιουργούνταν «απελευθερωμένες» γειτονιές.
Μια απ’ αυτές τις γειτονιές, ήταν η Μπιρμαϊς (πρωτομαγιά). Επρόκειτο για την κατάληψη μιας εργατικής γειτονιάς στην Ανατολική πλευρά της Ιστανμπούλ που καταστράφηκε από τις μπουλντόζες και τις αύρες της αστυνομίας. Από τους αντιστεκόμενους σκοτωθήκαν 12 άτομα, όταν οι κρατικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ, ενώ συνελήφθη η λαϊκή επιτροπή που ανήκε στις μαοϊκές οργανώσεις και είχε καταφέρει να διώξει από τη γειτονιά την μαφία και τον δήμο .
Η χούντα ήταν η αρχή ενός δεκάχρονου σκοταδιού και ήρθε σε μια στιγμή που είχαν δημιουργηθεί απελευθερωμένοι χώροι με την βοήθεια των ένοπλων λαϊκών δυνάμεων. Τη χούντα την είχαν ανάγκη γιατί οι φασίστες δεν τους ήταν πια αρκετοί.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Επιτελείου των Τούρκικων Ενόπλων Δυνάμεων, από το 1978 μέχρι σήμερα 63.900 άτομα μπήκαν στην φυλακή του Ντιαρμπακίρ και 53 απ’ αυτούς έχασαν τη ζωή τους. Αναλυτικά:
14 άτομα κρεμάστηκαν.
23 άτομα πέθαναν από διάφορες αρρώστιες.
9 άτομα πέθαναν σε απεργία πείνας.
7 άτομα πέθαναν από βασανιστήρια.
Το 1991 ήταν το πρώτο κερί που άναψε στο σκοτάδι της χούντας: 100.000 μεταλλωρύχοι περπάτησαν από την Ζόνγκουλντακ προς την Άγκυρα.
Τον ίδιο χρόνο, συντάχθηκε ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο αποφυλακίστηκαν σχεδόν όλοι οι αριστεροί, για τους οποίους ξεκίνησε μια άλλη εποχή.
Οι 3 από τις μεγαλύτερες οργανώσεις: ο Επαναστατικός Δρόμος, η Απελευθέρωση και το Κομουνιστικό Κόμμα Εργατιάς κατευθύνθηκαν στην ίδρυση νόμιμου κόμματος, ενώ ταυτόχρονα ξεκινούσε ένα καινούριο κύμα αντάρτικου πόλεως.
Την πρωτομαγιά του 1989 χιλιάδες διαδηλωτές έδιναν μάχη με την αστυνομία για να μπούνε στην πλατεία του Ταξίμ.
Εκείνες τις ώρες, ο Μεχμέτ Ακίφ Νταλτζί πυροβολήθηκε στο μέτωπο από έναν τροχονόμο.
Ο ίδιος τροχονόμος σκοτώθηκε ύστερα από λίγες μέρες από την Επαναστατική Αριστερά.
Η νέα εποχή για το αντάρτικό πόλεως ξεκίνησε με αυτή τη δράση.
Εξαπλώθηκε και κορυφώθηκε το 1996 με την επίθεση στον Σαμπαντζί, ενός επιχειρηματία από τις 2 πιο ισχυρές οικογένειες της Τουρκίας.
Υπήρχε όμως κι ένας άλλος κύκλος φωτιάς που σφράγισε την τούρκικη αριστερά: ο πόλεμος των ανταρτών στο Κουρδιστάν είχε φτάσει με την μεγάλη συμμετοχή και της νεολαίας σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο. Σε πολλές περιοχές, οι Κούρδοι πάνω από 14 ετών υποχρεώθηκαν στη συμμετοχή του αντάρτικου του βουνού.
Με τον κουρδικό διαφωτισμό που δημιουργήθηκε από τον ανταρτοπόλεμο, κινητοποιήθηκε μεγάλο κομμάτι του κουρδικού πληθυσμού.
Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε η πιο αιματοβαμμένη περίοδος του τούρκικου κράτους.
Η κρατική πολιτική επικεντρώθηκε στο να δυσκολέψει όσο γινόταν τη ζωές των Κούρδων. Κάψανε τα χωριά τους και τους υποχρέωσαν σε εσωτερική μετανάστευση.
Από το 1993 κατευθύνθηκαν σε πιο φανερές εφαρμογές της αστυνομοκρατίας.
Το τιμόνι ήταν στο χέρι της συμμορίας των Ντεμιρέλ-Τσιλέρ-Αγάρ, της αποκαλούμενης κεντροδεξιάς.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αγάρ πραγματοποιήθηκαν «1000 μυστικές επιχειρήσεις».
Με τη διαταγή αυτής της συμμορίας, το 1994 στο κέντρο της Ιστανμπούλ ανατινάχθηκε η καθημερινή εφημερίδα Ελεύθερη Χώρα.
Στις 12 Μαρτίου του 1995 στην περιοχή Γκάζι που βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ιστανμπούλ και κατοικούν αλεβίδες και αριστεροί, «άγνωστοι» πυρπόλησαν καφενεία και σκοτώθηκε ένα άτομο.
Όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια και αυτή η επίθεση σχεδιάστηκε από την ίδια συμμορία και εκτελέστηκε από τον Οσμάν Γκιορμπούζ.
Αυτή όμως η προβοκάτσια απαντήθηκε με μια δυναμική λαϊκή αντίσταση που δεν είχαν προβλέψει.
Στην περιοχή συγκεντρώθηκαν 5.000 άτομα και έκαναν πορεία προς το αστυνομικό τμήμα «σκουπίζοντας» τους ματάδες.
Από τα πυρά της αστυνομίας σκοτώθηκαν 17 εξεγερμένοι.
Την ίδια μέρα η αστυνομία επιτέθηκε και στη γειτονιά Μπίρμαϊς (Πρωτομαγιά) και στα οδοφράγματα σκοτώθηκαν 2 άτομα.
Η εξέγερση όμως δεν σταμάτησε.
Σε πολλές φτωχογειτονιές (Γκιουλσουγιού, Οκμειντανί, Νουρτεπέ κ.τ.λ.) στήθηκαν οδοφράγματα από τις παράνομες αριστερές οργανώσεις της δεκαετίας του ’90.
Πρώτη φορά μια γειτονιά της Ιστανμπούλ αμύνθηκε επί τρεις συνεχόμενες μέρες στήνοντας οδοφράγματα.
Η κορυφαία στιγμή της νέας εποχής του κινήματος δρόμου, ήταν η Πρωτομαγιά του 1996.
Χιλιάδες άτομα από τις αριστερές οργανώσεις έδιωξαν από την Καντικιόι (λιμάνι στα ανατολικά της Ιστανμπούλ) τις κρατικές δυνάμεις.
3 άτομα έχασαν τη ζωή τους από τα πυρά της αστυνομίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταραγμένης αυτής περιόδου, και παράλληλα με τις μαζικές δολοφονίες τόσο των Κούρδων όσο και των διαδηλωτών στις πρωτομαγιές, συνεχίζεται ακόμη μια δολοφονική κρατική «παράδοση» αυτή τη φορά, μέσα στις φυλακές.
Το 1984, το 1996 και το 2000 είναι σημαντικές χρονιές για τον αγώνα των πολιτικών κρατούμενων που αγωνίζονται ενάντια στην επιβολή στολής και ενάντια στα λευκά κελιά. Οι αγώνες τους θα κορυφωθούν με εξοντωτικές απεργίες πείνας.
Το 1996 προκειμένου ν’ αποτραπούν μεταγωγές σε «νέου τύπου φυλακές», 12 κρατούμενοι από διάφορες μαρξιστικές-λενινιστικές οργανώσεις έχασαν τη ζωή τους από απεργία πείνας.
Στις 19 Δεκέμβρη του 2000 ξεκίνησε η μεταγωγή των κρατουμένων στα λευκά κελιά, κοστίζοντας τη ζωή σε 32 από αυτούς.
Εκείνη τη μέρα, εξελίσσονταν «επιχειρήσεις» σε 22 φυλακές ταυτόχρονα.
Στις φυλακές Ουμράνιε και Τσανάκαλέ, οι κρατούμενοι αντιστάθηκαν για 3 μέρες στη ρίψη χημικών και στα συνεχόμενα πυρά.
Τελικά όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στα λευκά κελιά.
Η απεργία πείνας που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2000 και συνεχίστηκε για 4 χρόνια, είχε 122 θύματα.
Εκτός από τους νεκρούς, εκατοντάδες κρατούμενοι έμειναν ανάπηροι ή έχασαν την μνήμη τους.
Η αμνησία δεν χτύπησε μόνο τους απεργούς πείνας, αλλά και το επαναστατικό κίνημα της Τουρκίας.
Οι τελευταίες δεκαετίες διαγράφηκαν από τη μνήμη.
Και αυτό, ήταν το τελευταίο χτύπημα της επιχείρησης για την εξαφάνιση της αριστεράς.
28 Φεβρουαρίου 1996: Μεταμοντερνιστική χούντα.
Κομμάτι της σύγχρονης πολιτικής ζωής της Τουρκίας, που ξεκινά με την χούντα του 1960, αποτελούσαν και οι ισλαμιστές.
Από το 1909 κι έπειτα, οι ισλαμιστές αποτέλεσαν την μία από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές της πολιτικής ζωής του τόπου, ρόλο, που πριν κρατούσαν οι ουλεμάδες και η θρησκευτική ελίτ.
Το 1925 με την «επανάσταση του καπέλου» ο Μουσταφά Κεμάλ απαγόρεψε τo σαρίκι και το φέσι, ως κορυφαίο βήμα της κουλτούρας στην περιπέτεια του εξευρωπαϊσμού και του εκδυτικισμού.
Τι ειρωνεία όμως; Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90 οι φοιτήτριες έκαναν διαδηλώσεις ενάντια στην απαγόρευση της μαντίλας.
Οι δεκαετίες που πέρασαν, με όλες αυτές τις αντιφάσεις επισφράγισαν την κρίση ταυτότητας, μιας κοινωνίας παγιδευμένης ανάμεσα στη δύση και στην ανατολή.
Μέσα στις διαδικασίες της Ε.Ε. η Τουρκία δημιούργησε μια συνθετική ταυτότητα, την ταυτότητα του φιλελεύθερου μουσουλμάνου.
Στις 28 Φεβρουαρίου του 1996, πραγματοποιήθηκε η λεγόμενη «μεταμοντερνιστική χούντα» και εκδιώχθηκε από την κυβέρνηση ο παραδοσιακός ισλαμιστής Ερμπακάν.
Ο στρατός διέταξε τους ισλαμιστές να ξυρίσουν τα μούσια τους.
Και οι ισλαμιστές «προχώρησαν» και εκσυγχρονίστηκαν…φτάνοντας στο σημείο να κάνουν ντεφιλέ για τη μαντίλα.
Η εικόνα του εθνικού αρχηγού των φιλελεύθερων μουσουλμάνων, ήταν έτοιμη να εμφανιστεί στο πρόσωπο του Ταγίπ Ερντογάν.
Κατά την επίσκεψή τους στο Λευκό Οίκο, το δίδυμο Ερντογάν-Γκιούλ, και πριν καν δώσουν την ονομασία στο καινούριο τους κόμμα, κατέστησαν σε όλους σαφές ποια θα ήταν η επόμενη κυβέρνηση.
Το χαράτσι του Λευκού Οίκου για τα λεγόμενα «εξωτερικά χρέη», αποτελεί και το μεγαλύτερο κομμάτι της τούρτας, που λέγεται Τουρκία.
Το να φτιάξεις μια κυβέρνηση στην Τουρκία σημαίνει: να νοικιάσεις το κράτος από το Δ.Ν.Τ. για 4 χρόνια. Γι’ αυτό και όποιο κόμμα είναι αντιπολίτευση, είναι κατά του Δ.Ν.Τ. και όταν γίνεται κυβέρνηση είναι φυσικά υπέρ. Έτσι συνέβη και με τον Ερντογάν.
Εργενεκόν
Στις 3 Ιανουαρίου του1997, στην Σουσουρλούκ, καθώς ο διευθυντής της αστυνομίας οδηγούσε μια μερσεντές, τράκαρε μ’ ένα φορτηγό, και σκοτώθηκε μαζί με τον συνεπιβάτη του, Αμπντουλάχ Τσατλί, γνωστό φασίστα εκτελεστή.
Από τη μερσεντές βγήκε ζωντανός, ο Κούρδος μεγαλοαγάς και βουλευτής Μπουτζάκ.
Η διαπλοκή και η μπατσοκρατία δεν μπορούσαν να κρυφτούν πια με τίποτα.
Είχαν παρουσιαστεί ήδη με την είσοδο της Τουρκίας το 1952 στο Ν.Α.Τ.Ο., και επιβεβαιώθηκαν με την πρώτη οργανωμένη παρακρατική επιχείρηση που έλαβε χώρα στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου του ’55. Τα γεγονότα αυτά σχεδιάστηκαν από τον Μετίν Τοκέρ, γαμπρό του Ισμέτ Ινονού κι από εκείνη τη μέρα, καινούριες και ποικίλες μορφές λυντσαρίσματος εμφανίστηκαν.
Σήμερα το τούρκικο κράτος, προκειμένου να παίζει το «αληθοφανές παιχνίδι της δημοκρατίας», εκσυγχρονίζεται.
Καμιά Αριστερά όμως, δεν είχε απομείνει για να συμμετάσχει σ’ αυτήν τη δημοπρασία του εκσυγχρονισμού.
Την τσάκισαν οι άγριες παρακρατικές επιθέσεις.
Έτσι, την δημοπρασία ανέλαβαν οι φιλελεύθεροι μουσουλμάνοι του Ερντογάν.
«Η δίκη του Εργενεκόν» ήταν η πιο σημαντική νίκη της κυβέρνησης του Ερντογάν, καθώς κατάφερε ν’ αποδυναμώσει τον πολιτικό ρόλο του στρατού, ο οποίος όμως δεν περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στα στρατόπεδά του.
Η σύλληψη του πρώην αρχηγού των ειδικών δυνάμεων, στρατηγού Βελί Κιουτσούκ, ήταν αυτή που δημιούργησε εύλογες απορίες.
Ο εκτελεστής Κιουστούκ, ήταν γνωστός από την δεκαετία του’90 για τις δολοφονίες Κούρδων.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι ποτέ δεν ήταν εύκολο να οριστούν ξεκάθαρα τα μέτωπα αυτής της μάχης.
Οι δυτικές και παραλιακές περιοχές που έχουν διαμορφωθεί με τη μεσογειακή κουλτούρα, ήταν πάντα υπό τον έλεγχο του CHP ( Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος του Μουσταφά Κεμάλ), ενώ στα βάθη της Τουρκίας που επικρατεί ολοκληρωτικά το Ισλάμ, το κόμμα του Ερντογάν AKP (Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη) έχει τον πλήρη έλεγχο.
Βασικά αυτές οι δύο κουλτούρες είναι τόσο διαφορετικές, όσο μπορεί να είναι και μια χώρα από την άλλη.
Μέσα στη διαδικασία του εκδημοκρατισμού, οι κεμαλιστές είναι οι συντηρητικοί και οι ισλαμιστές παίζουν τον ρόλο των προοδευτικών.
Η αλήθεια όμως είναι, ότι στην Τουρκία η «τάξη» βασίζεται ακόμα στην μπατσοκρατία που με τη βία κρατάει όρθια την βαθιά κοινωνική ανισότητα και τις σκληρές σχέσεις εκμετάλλευσης.
Για την μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, αναπάντητο μένει το ερώτημα, αν έχει κάποιο νόημα η πολιτική αλλαγή, καθώς αυτή η πλειοψηφία, εκδιώκεται συνέχεια από το πολιτικό προσκήνιο και δεν έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει τα κοινωνικά του οφέλη.
Αυτός ο πληθυσμός –υπήκοος ενός κράτους δυνάστη, που το μισό του ζει στις πόλεις, πολιορκείται όχι μόνο από τις σκληρές σχέσεις εκμετάλλευσης, αλλά και από τις σκληρές πολιτισμικές παραδόσεις.
Η ψυχική και διανοητική ανάπτυξη του ατόμου που γεννιέται σ’ αυτόν τον τόπο, κομματιάζεται πρωτίστως από την πρόσκρουση πάνω σ’ αυτές τις σκληρές πραγματικότητες.
Γι’ αυτό το λόγο, οι κεντρικές πολιτικές φιγούρες όπως (κεμαλιστής-ισλαμιστής-κούρδος) συμβιβάζονται με τον μακιαβελισμό του Οζάλ , ο οποίος είχε προηγηθεί και παίρνουν μια θέση στο πόλεμο: όλοι εναντίων όλων!
Το αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, που αλέθει όλες τις ταυτότητες στο μύλο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, είναι στ’ αλήθεια περίεργο: γκρεμίστηκε όλο αυτό το κοινοβουλευτικό κουκλοθέατρο όπου οι ισλαμιστές εκπροσωπούσαν τη δεξιά και οι κεμαλιστές την αριστερά.
Έτσι, όταν οι κεμαλιστές προσπαθούν να διατηρήσουν το στάτους κβο, οι ισλαμιστές προσπαθούν ν’ αλλάξουν το σύνταγμα που φτιάχτηκε από τη χούντα του ’80.